Ήτανε τότε που μικρή ..πολύ μικρή διασκέδαζα τα καλοκαίρια μου με τη γιαγιά μου μέσα στη πόλη βέβαια μα με Κυριακάτικες ημερήσιες εξορμήσεις με το καραβάκι της γραμμής στην Αγ. Τριάδα ή στη Περαία. Τώρα οι αποστάσεις ακούγονται γελοίες στα αυτιά μου μα τότε .. τότε ήταν εκδρομές ολόκληρες.
Οι γονείς μου φοιτητές χρησιμοποιήσουν τις Κυριακές τους είτε για να διαβάσουν είτε για να ξεκουραστούν κι εγώ με τη γιαγιά μου, αρκετά νέα για γιαγιά , παρέα στη θάλασσα.
Όταν είσαι μοναχοπαίδι όπως εγώ μαθαίνεις να περνάς με μεγάλους και η μόνη σου ελπίδα ..κάποιο παιδάκι στην αμμουδιά να σου ζητήσει το κουβαδάκι ή το παιχνίδι σου για να το μοιραστείς μαζί του. Από αυτά είχα πολλά, ήμουν από τα τυχερά παιδιά σε παιχνίδια και σε αγάπη.
Η γιαγιά μου λοιπόν η Γεωργία μαζί με την αδελφή της τη Σμαρώ κάτι σαν την Λωξάνδρα να φανταστείτε, από τη προηγούμενη μέρα φρόντιζαν να ετοιμάσουν το καλαθάκι με τα φαγητά. Ακόμα η μυρωδιά από τα κεφτεδάκια μου θυμίζουν εκείνες τις μέρες. Η θεία -γιαγιά μου λοιπόν Σμαρώ που στην οικογένεια μέσα την φώναζαν χαϊδευτικά ..Ντουντού..χανούμ ντουντού ,ήταν μια χονδρού λα αφράτη και πανέμορφη γυναίκα, πάντα περιποιημένη με τη μυρωδιά του σαπουνιού λεβάντα που το αγόραζε από το φαρμακείο της Καμέσας δίπλα στο σπίτι μας στη Τσιμισκή.
Ερχότανε αποβραδίς στο σπίτι μας στο πατρικό και περνούσε τη νύχτα ετοιμάζοντας μαζί με τη γιαγιά μου καλούδια.
Κεφτεδάκι, πατάτες τηγανητές ,πιπεριές, κολοκυθοκεφτεδάκια ,πίτα με μελιτζάνα και βέβαια γλυκά σορόπιασμα που τα έφερνε από το σπίτι της φτιαγμένα από τα χεράκια της.Κρυφό χαρτί για καλόπιασμα κρυμμένο στη τσάντα της ένα κουτί λουκούμια με άρωμα τριαντάφυλλο και μπισκότα !
Θα πείτε ..τα τρώγαμε όλα αυτά; Αδιανόητο για τις δυο γιαγιάδες μου να μη κεράσουν όποιον καθότανε δίπλα μας και όποιο παιδάκι έπαιζε μαζί μου.
Πρωί λοιπόν πηγαίναμε στη παραλία με τα πόδια γιατί το σπίτι μας στη Τσιμισκή ήταν πολύ κοντά.Εκεί λοιπόν στο Λευκό Πύργο υπήρχανε ουρές με σκοινιά για να περιμένει στη σειρά του ο κόσμος τα 3 καραβάκια που κάνανε τα δρομολόγια.
Η θεία μου η Ντουντού κουβαλούσε μαζί της και ένα πτυσσόμενο καρεκλάκι που το έβαζε στη σειρά και καθότανε χωρίς να βαριέται να το στήνει και να το ξεστήνει κάθε φορά που προχωρούσαν.Όταν μπαίναμε στο καραβάκι και προχωρούσαμε στο κόλπο η γιαγιά μου έβγαζε μια τρίχα από τα μαλλιά μου στα ξαφνικά όσο και αν τσίριζα και την έριχνε στη θάλασσα πίσω μας.
- Για το κακό το μάτι παιδάκι μου, έλεγε..για το κακό το μάτι να σκορπιστεί στα κύματα πίσω μας όσα μας γλωσσοτρώνε.
Όταν φθάσαμε λοιπόν εκεί έπιανα γερά το χέρι της θείας μου για να πάει πρώτη η γιαγιά μου να πιάσει θέση.Ήταν πολύ διαφορετικά τότε, υπήρχαν ακόμα και δενδράκια σκόρπια και μερικά καφενεδάκια και βέβαια οι σκόρπιες ομπρέλες( ξύλινες) που νοίκιαζες από εκείνους που πουλούσαν διάφορα. Ας μη ξεχάσω βέβαια και τα μεγάλα καζάνια στην άκρη της ξύλινης προκυμαίας όπου ντόπιοι ψαράδες βράζανε μεγάλα καβούρια και τα πουλούσαν σε χάρτινα χωνιά που έφτιαχναν εκεί μπροστά σου με εφημερίδες. Όταν αντί για κεφτεδάκια η γιαγιά μου τηγάνιζε ψαράκια ( συνήθως σαρδέλες ή μικρά μπαρμουνάκια ) τότε αγοράζαμε και καβούρια για συμπλήρωμα και μεζέ.
Το όμορφο τραπεζομάντιλο απλωμένο στην αμμουδιά δίπλα σχεδόν με αυτό της ..γειτόνισας , η σαλάτα στη μέση.. και η θεία μου που έβαζε σε ένα πιάτο λίγα από τα δικά μας και της τα έδινε.
- Πάρτε ένα μεζεδάκι καλέ...έτσι για τη μυρωδιά.
Όταν δε έβλεπε ένα παιδάκι να παίζει μαζί μου μας φώναζε και τους δυο:
- Έλα γιαβρί μου, έλα..έλα να σου δώσω κάτι να φάτε...
- Άστο το παιδί, έλεγε η γιαγιά μου, άστο να παίξει που βρήκε παρέα!
- Γιατί αδελφή; να μη φάνε και κάτι; ένα κεφτεδάκι στο χέρι καθώς τρέχουνε...
Το κουβαδάκι μου και τα φιαράκια τενεκεδένιο και χρωματιστό ( δεν υπήρχε ακόμα το πλαστικό) , κάναμε σπιτάκια στην άμμο και μαλώναμε με τα αγοράκια συνήθως που μας τα χαλούσαν όλως τυχαίως.
Στις 6 παίρναμε το καραβάκι του γυρισμού, εγώ σχεδόν κοιμόμουνα στη μαλακή αγκαλιά της θείας μου, βούλιαζα στην αγκαλιά της .Νανούρισμα γλυκό το κούνημα του καραβιού και η κούραση από το κολύμπι.Δεν χρειάστηκα ποτέ σχεδόν σωσίβιο, κολύμπησα από πολύ μικρή ,θαρρείς μαζί με το περπάτημα μου..δάσκαλος μου ο μπαμπάς μου νησιώτης από την Ίμβρο , λάτρευα το νερό.
Η γιαγιά μου καθισμένη στα ξύλινα καθίσματα τακτοποιούσε όλα όσα κουβαλούσαμε για να μη πιάνουν χώρο.Σέρνοντας με πήγαιναν στο σπίτι... άναβαν το θερμοσίφωνο ( τεράστιο μα πολύ σπάνιο για σπίτια τότε) και με μπουγάδιαζαν κοιμισμένη σχεδόν.
- Δεν κουράζεσαι βρε μαμά ; έλεγε η δική μου μαμά στη γιαγιά μου..
- Γιατί γιαβρί μου, θύμωνε η θεία Ντουντού, εγώ δεν έκαμα τίποτα... έκανε τη θυμωμένη μέχρι να νοιώσει τα χέρια της μαμάς μου να τυλίγονται γύρω της τρυφερά.
Το πρωί μάζευε τα πράγματα της και έφευγε για το σπίτι της στον Αγ. Δημήτριο κοντά μέχρι την επόμενη φορά που θα της τηλεφωνούσε η γιαγιά μου για την επόμενη εκδρομή μας στη θάλασσα.
Όταν πια τώρα με τον άνδρα μου κάνουμε τη βόλτα μας στη παραλία της Θεσσαλονίκης δεν μπορώ να μη δω σαν ..παλιά ταινία του σινεμά τις σειρές που περίμεναν το καραβάκι, τους καυγάδες για τη σειρά, και τα παιχνίδια μου στην άμμο με τα παιδάκια που τα πλησίαζα πάντα πρώτη λέγοντας τα:
- Θέλεις να παίξουμε ; έχω και κουβαδάκι.....